O προσηνής Σούλης Μαρκόπουλος των 341 νικών και ρεκόρντμαν συμμετοχών στο ελληνικό πρωτάθλημα
Το ελληνικό μπάσκετ αποχαιρετά με μεγάλη θλίψη έναν εργάτη του αθλήματος, όπως τον χαρακτήρισε και ο Νίκος Γκάλης. Ο εκλιπών Σούλης Μαρκόπουλος ανήκε στην παλιότερη γενιά των Ελλήνων προπονητών που δεν είχαν όλα τα facilities των τωρινών διαδόχων τους, τους πολυπληθείς συνεργάτες και τα περισσότερα θέματα “λυμένα”, εκτός των γραμμών του παρκέ. Εντός αυτών και
Το ελληνικό μπάσκετ αποχαιρετά με μεγάλη θλίψη έναν εργάτη του αθλήματος, όπως τον χαρακτήρισε και ο Νίκος Γκάλης. Ο εκλιπών Σούλης Μαρκόπουλος ανήκε στην παλιότερη γενιά των Ελλήνων προπονητών που δεν είχαν όλα τα facilities των τωρινών διαδόχων τους, τους πολυπληθείς συνεργάτες και τα περισσότερα θέματα “λυμένα”, εκτός των γραμμών του παρκέ. Εντός αυτών και η συνεργασία με τους εκάστοτε παίκτες που προπονούν και κατευθύνουν τεχνικά στα παιχνίδια, είναι η δική τους δουλειά.
Στην εποχή του Μαρκόπουλου, ο προπονητής δεν ήταν μόνο σχεδιαστής της κάθε ομάδας και ο coach στα 40 λεπτά της αναμέτρησης. Έκανε αρκετές άλλες δουλειές, πριν έχουν θέση στον πάγκο, ο team manager, o general manager, o sports director, o general caprtain (με την έννοια του παραδοσικού γενικού αρχηγού της αποστολής) και πάει λέγοντας σε τίτλους της αμερικανικής ορολογίας και στις ανάλογες αρμοδιότητες.
Για τον Σούλη Μαρκόπουλο, το μπάσκετ και ειδικά όταν έγινε άκρως επαγγελματικό, προ 35 ετών, δεν ήταν ούτε επάγγελμα, ούτε μια ακόμα ημέρα στην δουλειά και στο… μεροκάματο με την “πορτοκαλί” μπάλα και τα καλάθια. Ήταν έμπνευση δημιουργίας.
Χωρίς ακραίες αντιδράσεις στον πάγκο, όταν δεν έβλεπε από κάποιον παίκτη ή την πεντάδα του παρκέ να εφαρμόζουν αυτό που είχε ζητήσει, χωρίς καμμία…εξαλλοσύνη σε διαμαρτυρία προς τους διαιτητές (πρέπει να έχει δεχτεί μακράν του δεύτερου συναδέλφου του τις λιγότερες τεχνικές ποινές), χωρίς να “πουλάει” προπονητική και μυαλοσύνη, αλλά και να μετρά το προπονητικό μέγεθος του με την… “σκιά” του, ο Σούλης Μαρκόπουλος, έφτιαξε το δικό του μοντέλο προπονητή που δεν άρεσε ιδιαίτερα ή και καθόλου σε φανατικούς οπαδούς της νίκης οποιασδήποτε ομάδας, αλλά οι 341 νίκες που είχε στο ενεργητικό του, μέχρι τον Δεκέμβριο του 2019, όταν αποχώρησε από τον πάγκο του Άρη, επιβεβαιώνουν περίτρανα, την αξία αυτού του προπονητικού μοντέλου.
Ο εκλιπών προπονητής, σε ηλικία 77 ετών, δεν είχε αντιπάθειες στο ελληνικό μπάσκετ. Και αν υπάρχει κάποιος ή κάποιοι ελάχιστοι, ουδέποτε βρέθηκε απέναντι του και τον κατηγόρησε δημόσια. Αντίθετα, ο Σούλης Μαρκόπουλος είχε καθολική αποδοχή και εκτίμηση στο ελληνικό μπάσκετ. Κέρδιζε και δεν επέββαλε τον σεβασμό των παικτών, με ύβεις, τράβηγμα της φανέλας, “καψόνι” στην προπόνηση και άλλα τινά που ήταν δείγματα της προπονητικής εποχής του, από άλλους συναδέλφους και ομολόγους του.
Όσο τετριμμένο και χιλιοειπωμένο να είναι, το κύριος πριν από το όνομα του Σούλη Μαρκόπουλου, γραφόταν με κεφαλαίο γράμμα. Ο Σούλης, όπως ήθελαν κάποιοι κακεντρεχείς, να τον αποκαλούν και προσφωνούν με το μικρό όνομα του για να ειρωνευτούν την προπονητική αξία του (η αξιοπρέπεια ήταν ανέγγιχτη από οποιοδήποτε χαρακτηρισμό και ειρωνεία), συνεργάστηκε με την συντριπτική πλειοψηφία Ελλήνων και ξένων παικτών, χωρίς να έρθει σε κόντρα ή ρήξη, παρά την δεδομένη θέση ισχύος που έχει ο προπονητής που αποφασίζει για την ομάδα του και είναι ο “κυβερνήτης” της.
Ο Αναστάσιος Μαρκόπουλος που άφησε χρόνους στην οικογένεια του και στο ελληνικό μπάσκετ για να τον μνημονεύουν, άνοιξε τον δικό του δρόμο στην προπονητική και οι περισσότερες…παραστάσεις του μπάσκετ που “ανέβασε στο πάλκο” και επιτυχείς ήταν και εισιτήρια έκοψαν και έγραψαν ιστορία, όπως η κατάκτηση του Κόρατς, το ’94, στον πάγκο του ΠΑΟΚ, με τον οποίο συνεργάστηκε τρείς φορές στην καριέρα του.
Ο Μαρκόπουλος αγαπούσε την Θεσσαλονίκη, δεν είχε…κώλλυμα με την Αθήνα, ήταν προπονητής της ΑΕΚ, του Αμαρουσίου και η ταπεινότητα του, αποτελεί “φάρο” για όσους προπονητές θέλουν να ακολουθήσουν τον ίδιο δρόμο και με εργατικότητα, θα προσδοκούν την δικαίωση της καθημερινής δουλειάς του στο γήπεδο.
Δεν θεωρούσε τον εαυτό του, τυχερό. Αντίθετα, έλεγε ότι πρέπει να υπολογίζεις το μίνιμουμ από την τύχη που δεν την ελέγχουμε και στο “ό,τι κάτσει” να μπαίνει πλαίσιο από την δουλειά στην προπόνηση και την προετοιμασία του κάθε αγώνα. Ο Αναστάσιος Μαρκόπουλος δεν “πιάστηκε αδιάβαστος” σε αντιπάλους, παίκτες, ομάδες.
Και το γεγονός ότι μιλούσε με σταθερά χαμηλό τόνο, δεν “εκρηγνόταν” και δεν φώναζε, δεν σήμαινε ότι δεν “έβραζε” μέσα του για την λανθασμένη πάσα, το βιαστικό σουτ, την χαλαρή άμυνα στο man-to-man. Eίχε, όμως, τον δικό του τρόπο να ζητήσει να μην γίνονται τα “κακώς κείμενα” και ενίοτε να τα απαιτήσει, χωρίς φωνασκίες ή ακόμα και “θεατρινισμούς”.
“Ο προπονητής που λειτουργεί υπεράνω της ομάδας, δεν χάνει την διαχείριση της ακόμα και στην μεγαλύτερη “γκάφα” που μπορεί να γίνει και χαλιναγωγεί τον σταρ της, χωρίς να κοντράρεται μαζί του, είναι νικητής 9 στις 10 φορές” μου είχε πει πριν από 33 χρόνια, στην ένδοξη πενταετία της ομάδας μπάσκετ του ΠΑΟΚ και όταν είχε διαδεχτεί τον αείμνηστο, επίσης, Ντούσαν Ίβκοβιτς, στον οποίο ήταν ο άμεσος συνεργάτης του στην σεζόν 1992-93.
Άφησε την βιολογική και προπονητική συνέχεια του, με γιό του, Χάρη Μαρκόπουλο και έπαιξε στο “Κράμερ εναντίον Κράμερ”, πατέρας και γιός αντίπαλος, στα παιχνίδια ΠΑΟΚ-Κοροίβου. Και όπως κάθε πατέρας που δεν είναι εγωϊστής για όσα έχει πετύχει και όσο ψηλά και να έχει φτάσει, ήθελε ο Χάρης να τον ξεπεράσει.
Μακάρι το προπονητικό μοντέλο του Σούλη Μαρκόπουλου να μην έχει μόνο κειμηλιακή αξία.
Ελαφρύ το χώμα του.
Σχετικές ειδήσεις

Παπαμιχαήλ: Νικήτρια στο διπλό του WTA 125 στο Τολεντίνο της Ιταλίας


